Θεσμικό ζήτημα η επίσκεψη Σερήφ – Χασάν στο Κίρτζαλι: Ποια ιδιότητα είχαν;
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Στο Κίρτζαλι της Βουλγαρίας πραγματοποιήθηκε στις 23/1/2026 επίσκεψη προσώπων από τη Θράκη στο πλαίσιο θρησκευτικού σεμιναρίου, με τη συμμετοχή μη αναγνωρισμένων παραγόντων από την ελληνική έννομη τάξη, προκαλώντας ερωτήματα για τον θεσμικό χαρακτήρα της παρουσίας τους.
Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης
Η πρόσφατη επίσκεψη των φιλοπροξενικών μικροπαραγόντων Ιμπραήμ Σερίφ και του Σεντάτ Χασάν στον Περιφερειακό Μουφτή του Κίρτζαλι, Basri Eminefendi, παρουσιάστηκε επικοινωνιακά ως μια συνάντηση «ενότητας, αδελφοσύνης και πνευματικού διαλόγου», στο πλαίσιο σεμιναρίου για το προσκύνημα του Ουμρέ. Πίσω όμως από το συμφιλιωτικό λεξιλόγιο, αναδύονται σοβαρά θεσμικά και νομικά ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Το βασικό ερώτημα είναι απλό αλλά κρίσιμο: με ποια ιδιότητα συμμετείχαν οι συγκεκριμένοι παράγοντες σε επίσημη θρησκευτική δομή άλλου κράτους;
Για την ελληνική έννομη τάξη, ο Ιμπραήμ Σερίφ δεν κατέχει καμία θεσμική αρμοδιότητα. Δεν είναι αναγνωρισμένος μουφτής, δεν εκπροσωπεί δημόσια αρχή, ούτε διαθέτει οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα. Πρόκειται για ιδιώτη θεολόγο, χωρίς νομικά κατοχυρωμένο ρόλο στη θρησκευτική διοίκηση της χώρας.
Αντίστοιχα, ο Sedat Hasan εμφανίζεται ως «πρόεδρος» της λεγόμενης Τουρκικής Ένωσης Κομοτηνής, ενός σωματείου που δεν αναγνωρίζεται από την ελληνική έννομη τάξη και έχει κριθεί παράνομο από τα ελληνικά δικαστήρια. Ως εκ τούτου, δεν διαθέτει θεσμική νομιμοποίηση, ούτε δικαίωμα εκπροσώπησης μουσουλμανικού πληθυσμού, εντός ή εκτός συνόρων.
Η παρουσία των δύο αυτών προσώπων σε επίσημο θρησκευτικό περιβάλλον της Βουλγαρίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ο Περιφερειακός Μουφτής του Κάρτζαλι είναι θεσμικά αναγνωρισμένος από το βουλγαρικό κράτος. Η αποδοχή και η δημόσια συμμετοχή μη αναγνωρισμένων προσώπων σε οργανωμένο θρησκευτικό σεμινάριο δημιουργεί de facto ένα καθεστώς έμμεσης διεθνούς νομιμοποίησης, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το θεσμικό πλαίσιο της χώρας προέλευσης των συμμετεχόντων.
Το ζήτημα δεν αφορά τη θρησκευτική πίστη ούτε την ελευθερία λατρείας. Αφορά την ύπαρξη και τη δράση παράλληλων, άτυπων δομών εξουσίας, οι οποίες επιχειρούν να εμφανιστούν διεθνώς ως θεσμικοί συνομιλητές. Σε ένα ήδη ευαίσθητο περιβάλλον, όπως αυτό της Θράκης, τέτοιες κινήσεις ενισχύουν τη σύγχυση ρόλων, αποδυναμώνουν τους νομίμως διορισμένους θρησκευτικούς θεσμούς και θολώνουν τα όρια μεταξύ ιδιωτικής πρωτοβουλίας και θεσμικής εκπροσώπησης.
Η συστηματική χρήση ενός αφηγήματος περί «ενότητας» και «πνευματικότητας» λειτουργεί ως επικοινωνιακή ασπίδα, χωρίς ωστόσο να απαντά στα κρίσιμα ερωτήματα. Ποιος έδωσε την αρμοδιότητα; Ποιος αναγνώρισε την ιδιότητα; Ποιος φέρει την ευθύνη για τη διασυνοριακή αυτή παρουσία; Όταν η θρησκεία χρησιμοποιείται για να καλύψει θεσμικά κενά, τότε το ζήτημα παύει να είναι πνευματικό και καθίσταται πολιτικό και διπλωματικό.
Εάν τέτοιες πρακτικές παγιωθούν, δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Η ελληνική θεσμική κυριαρχία στο πεδίο της θρησκευτικής διοίκησης υπονομεύεται, αναδύονται ανεπίσημοι «εκπρόσωποι» με διεθνή δράση και ενισχύεται η λογική της παράκαμψης του κράτους δικαίου. Το ερώτημα δεν είναι αν οι προθέσεις ήταν καλές ή κακές. Το ερώτημα είναι αν ένα ευνομούμενο κράτος μπορεί να αποδέχεται σιωπηρά τέτοιες κινήσεις χωρίς θεσμική αντίδραση.
Η σιωπή, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν συνιστά ουδετερότητα. Συνιστά θέση.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου